- ὑποσποδίζω
- ὑπο-σποδίζω, etwas aschgrau sein od. werden
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
υποσποδίζω — Α είμαι ή γίνομαι λίγο σταχτής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + σποδίζω «καίγομαι, γίνομαι σταχτής»] … Dictionary of Greek
ὑποσποδίσῃ — ὑποσποδίζω to be aor subj mid 2nd sg ὑποσποδίζω to be aor subj act 3rd sg ὑποσποδίζω to be fut ind mid 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)